Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχεδιασμός σχεδιασμοί
γενική σχεδιασμού σχεδιασμών
αιτιατική σχεδιασμό σχεδιασμούς
κλητική σχεδιασμέ σχεδιασμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχεδιασμός < σχέδιο + -ισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχεδιασμός αρσενικό

  1. (πολιτική), (οικονομία): η διαδικασία προκαθορισμού σειράς ενεργειών κατ' αλληλουχία και συνάφεια προς επίτευξη αντικειμενικών σκοπών (συνηθέστερα μακροχρόνια)
    ο σχεδιασμός συγχέεται πολλές φορές με τον όρο προγραμματισμός που αφορά τα ίδια αλλά σε μικρότερη έκταση, μέτρο και βάθος χρόνου.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία