Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

σχεδιασμοί αρσενικό

  1. σχεδιασμός, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού