Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στατιστική στατιστικές
γενική στατιστικής στατιστικών
αιτιατική στατιστική στατιστικές
κλητική στατιστική στατιστικές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στατιστική < γερμανική Statistik < λατινική status < sto < πρωτοϊταλική *staēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sth₂éh₁yeti < *steh₂- (ἵστημι) (από γερμανικό όρο του 1798 για ανάλυση δεδομένων για το κράτος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στατιστική θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

στατιστική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία