Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θέσφατο τα θέσφατα
      γενική του θεσφάτου των θεσφάτων
    αιτιατική το θέσφατο τα θέσφατα
     κλητική θέσφατο θέσφατα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέσφατο < αρχαία ελληνική θέσφατα < πληθυντικός ουδετέρου του επιθέτου θέσφατος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέσφατο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία