Δείτε επίσης: Βούλα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βούλα οι βούλες
      γενική της βούλας
    αιτιατική τη βούλα τις βούλες
     κλητική βούλα βούλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
βούλα : (ορθογραφική απλοποίηση) κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή βούλλα < υστερολατινική bulla[1] < γαλατικά < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *beu- (εξόγκωμα, οίδημα)

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈvu.la/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

βούλα θηλυκό

  1. η σφραγίδα καθώς και (συνεκδοχικά) το έγγραφο στο οποίο αυτή υπάρχει
     συνώνυμα: στάμπα, σφράγισμα
  2. σημάδι σε σχήμα κύκλου διαφορετικού χρώματος
     συνώνυμα: στίγμα, κηλίδα, πουά, πουάν, κουκκίδα,
  3. λακκάκι στο μάγουλο, στο σαγόνι ή το λαιμό
     συνώνυμα: γελασίνοι (λακκάκι που προκύπτει από το γέλιο), χαράκωμα
  4. (αθλητισμός) ειδικό σημείο με μια λευκή βούλα, στην οποία τοποθετείται η μπάλα πριν χτυπηθεί ένα πέναλτι κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα
    Για την εκτέλεση του πέναλτι η μπάλα τοποθετείται 11 μέτρα από την γραμμή τέρματος σε ειδική λευκή βούλα που υπάρχει στη μεγάλη περιοχή. (*)

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία