Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
λίγο πριν από την εκτέλεση ενός πέναλτι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέναλτι < αγγλική penalty < γαλλική pénalité < pénal +‎ -ité < λατινική poenalis < poena < αρχαία ελληνική ποινή (αντιδάνειο) < πρωτοελληνική *kʷoinā́ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷoynéh₂ < *kʷey- (πληρώνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέναλτι ουδέτερο άκλιτο

  1. (αθλητισμός) βαρύ λάθος που γίνεται από έναν ποδοσφαιριστή, ενώ η μπάλα βρίσκεται στη μεγάλη περιοχή της ομάδας του
  2. (αθλητισμός) λάκτισμα που εκτελείται από έναν παίκτη της αντίπαλης ομάδας απέναντι στον αμυνόμενο τερματοφύλακα μετά από φάουλ στη μεγάλη περιοχή

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία