Δείτε επίσης: βούλα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. Βούλα < χαϊδευτικό του Παρασκευούλα < υποκοριστικό του Παρασκευή ή
  2. Βούλα < χαϊδευτικό του Σταυρούλα

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Βούλα

  1. γυναικείο όνομα
  2. ένα τοπωνύμιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία