Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βούλωμα βουλώματα
γενική βουλώματος βουλωμάτων
αιτιατική βούλωμα βουλώματα
κλητική βούλωμα βουλώματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βούλωμα < βουλώνω + -ωμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βούλωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βουλώνω
  2. οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να βουλώσει κάποιος κάτι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: βουλώνω

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία