Δείτε επίσης: εκπαίδευση

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παιδεία οι παιδείες
      γενική της παιδείας των παιδειών
    αιτιατική την παιδεία τις παιδείες
     κλητική παιδεία παιδείες
Συνήθως στον ενικό
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παιδεία < (λόγιο) αρχαία ελληνική παιδεία < παιδεύω < παῖς
για την εκπαίδευση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éducation

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παιδεία θηλυκό

  1. καλλιέργεια της προσωπικότητας ενός ανθρώπου σε όλους τους τομείς: πνευματικό, ηθικό, σωματικό κ.λπ.
    δείτε  αγωγή, κουλτούρα, μόρφωση
  2. εκπαίδευση, το εκπαιδευτικό σύστημα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία