Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

enseignement < enseigner

  ΠροφοράΕπεξεργασία

enseignement 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
enseignement enseignements

enseignement (fr) αρσενικό

  1. (μόνο στον ενικό) εκπαίδευση
    Entrer dans l'enseignement. Μπαίνω στην εκπαίδευση (στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού).
  2. διδασκαλία
    L'enseignement des mathématiques. Η διδασκαλία των μαθηματικών.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  enseigner

ΣύνθεταΕπεξεργασία