Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σωματικός σωματική σωματικό
γενική σωματικού σωματικής σωματικού
αιτιατική σωματικό σωματική σωματικό
κλητική σωματικέ σωματική σωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σωματικοί σωματικές σωματικά
γενική σωματικών σωματικών σωματικών
αιτιατική σωματικούς σωματικές σωματικά
κλητική σωματικοί σωματικές σωματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωματικός < αρχαία ελληνική σωματικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σωματικός

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στο σώμα έμβιου όντος
  2. που γίνεται με το σώμα ή στο σώμα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία