Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pnev.ma.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πνευ‐μα‐τι‐κός

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πνευματικός η πνευματική το πνευματικό
      γενική του πνευματικού της πνευματικής του πνευματικού
    αιτιατική τον πνευματικό την πνευματική το πνευματικό
     κλητική πνευματικέ πνευματική πνευματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πνευματικοί οι πνευματικές τα πνευματικά
      γενική των πνευματικών των πνευματικών των πνευματικών
    αιτιατική τους πνευματικούς τις πνευματικές τα πνευματικά
     κλητική πνευματικοί πνευματικές πνευματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
πνευματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πνευματικός, αρχική σημασία: "αυτός που αναφέρεται στον αέρα, στην αναπνοή"[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πνευματικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το πνεύμα και (κυρίως ως διανοητική εργασία ή ικανότητα), διανοητικός
    πνευματική ελευθερία
  2. που έχει σχέση με το πνεύμα (σε αντίθεση με την ύλη και τον αισθητό κόσμο)
    πνευματική υπόσταση
  3. αεροκίνητος
    πνευματικά εργαλεία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πνευματικός οι πνευματικοί
      γενική του πνευματικού των πνευματικών
    αιτιατική τον πνευματικό τους πνευματικούς
     κλητική πνευματικέ πνευματικοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
πνευματικός < μεσαιωνική ελληνική πνευματικός > ουσιαστικοποίηση του ελληνιστικού επιθέτου, πνευματικός[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πνευματικός αρσενικό

  • ο εξομολόγος
    πήγε στον πνευματικό του για εξομολόγηση και συμβουλές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία