Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πνευματικός πνευματική πνευματικό
γενική πνευματικού πνευματικής πνευματικού
αιτιατική πνευματικό πνευματική πνευματικό
κλητική πνευματικέ πνευματική πνευματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πνευματικοί πνευματικές πνευματικά
γενική πνευματικών πνευματικών πνευματικών
αιτιατική πνευματικούς πνευματικές πνευματικά
κλητική πνευματικοί πνευματικές πνευματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνευματικός < ελληνιστική κοινή πνευματικός, αρχική σημασία: "αυτός που αναφέρεται στον αέρα, στην αναπνοή"

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pnɛv.ma.ti.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πνευματικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το πνεύμα και (κυρίως ως διανοητική εργασία ή ικανότητα), διανοητικός
    πνευματική ελευθερία
  2. που έχει σχέση με το πνεύμα (σε αντίθεση με την ύλη και τον αισθητό κόσμο)
    πνευματική υπόσταση
  3. αεροκίνητος
    πνευματικά εργαλεία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνευματικός < μεσαιωνική ελληνική πνευματικός > ουσιαστικοποίηση του ελληνιστικού επιθέτου, πνευματικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pnɛv.ma.ti.ˈkɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πνευματικός αρσενικό

πήγε στον πνευματικό του για εξομολόγηση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία