Arrows blue.png Δείτε επίσης: ὄν

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ον όντα
γενική όντος όντων
αιτιατική ον όντα
κλητική ον όντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ον < καθαρεύουσα ὄν < αρχαία ελληνική ὄν (ουδέτερο της μετοχής του ενεστώτα του ρήματος εἰμί)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ον ουδέτερο

  1. αυτός ή αυτή ή αυτό που υπάρχει
    το ον και το μη ον έχουν απασχολήσει τους φιλοσόφους πάνω από 3000 χρόνια και εξακολουθεί να βρίσκεται μαζί με "το είναι" στο επίκεντρο του φιλοσοφικού λόγου
  2. ένα παράδοξο πλάσμα, μια παράξενη ύπαρξη
    είδα στον ύπνο μου κάτι περίεργα όντα και μερικά έμοιαζαν ανθρώπινα
    εξωγήινο ον

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία