Ελληνικά (el) Επεξεργασία

παρά-δόξα( δόξα> δοκώ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παράδοξος, -η, -ο

το πλέον παράδοξο στην όλη υπόθεση είναι η αναπάντεχη εμφάνιση του κυρίου Σμιθ μετά από δέκα χρόνια που θεωρούνταν εξαφανισμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία