Arrows blue.png Δείτε επίσης : περιέργως

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική περίεργος περίεργη περίεργο
γενική περίεργου περίεργης περίεργου
αιτιατική περίεργο περίεργη περίεργο
κλητική περίεργε περίεργη περίεργο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περίεργοι περίεργες περίεργα
γενική περίεργων περίεργων περίεργων
αιτιατική περίεργους περίεργες περίεργα
κλητική περίεργοι περίεργες περίεργα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περίεργος < αρχαία ελληνική περίεργος < περί + ἔργον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɛ.ˈɾi.ɛɾ.ɣɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

περίεργος, -η, -ο

  1. που χαρακτηρίζεται από περιέργεια, από έντονο ενδιαφέρον να μάθει λεπτομέρειες σχετικές με οποιοδήποτε θέμα, συχνά και για υποθέσεις που δεν τον αφορούν
    Ήμουν περίεργος να μάθω πώς και συνδέθηκε η Κόρινθος τόσο βαθιά με τη λατρεία της Αφροδίτης. ("Η κρυφή γοητεία του Ακροκόρινθου", άρθρο του Στέφανου Ψημένου στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26 Νοεμβρίου 2011)
    μη γίνεσαι τόσο περίεργος, καταντά αδιακρισία
    αντώνυμα: απερίεργος, αδιάφορος
  2. που μας κινεί την περιέργεια λόγω της ιδιαιτερότητάς του ή μας προκαλεί ανησυχία ή καχυποψία
    Είναι περίεργος άνθρωπος, λίγο δύστροπος, αλλά με καλές προθέσεις.
    Το ενδιαφέρον του για τις συναλλαγές της εταιρείας μας είναι κάπως περίεργο, για να μην πω ύποπτο.
    συνώνυμα: παράξενος, ιδιόμορφος, δυσεξήγητος, ακατανόητος, ασυνήθιστος
    αντώνυμα: φυσικός, συνηθισμένος, κανονικός
  3. που έχει παράδοξη συμπεριφορά (συνήθως αρνητική σημασία)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • είμαι περίεργος να δω: για να εκφραστεί απορία ή δυσπιστία
    Είμαι περίεργος να δω πώς θα τα καταφέρεις να την πείσεις.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία