Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλοπερίεργος < φιλο- + περίεργος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φιλοπερίεργος, -η, -ο

  1. υπερβολικά περίεργος


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία