Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδιόμορφος < ελληνιστική κοινή ἰδιόμορφος < ἴδιος + μορφή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ιδιόμορφος, -η, -ο

  1. που έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ώστε να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα μέλη της κατηγορίας όπου ανήκει
    ιδιόμορφος άνθρωπος, ιδιόμορφη συμπεριφορά, ιδιόμορφο χτένισμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία