Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το επίκεντρο τα επίκεντρα
      γενική του επικέντρου
& επίκεντρου
των επικέντρων
& επίκεντρων
    αιτιατική το επίκεντρο τα επίκεντρα
     κλητική επίκεντρο επίκεντρα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επίκεντρο < ελληνιστική κοινή ἐπίκεντρον, ουδέτερο του ἐπίκεντρος < ἐπί + αρχαία ελληνική κέντρον < κεντέω / κεντῶ (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épicentre· 3. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική epicenter)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ε.ˈpi.kεn.dɾɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επίκεντρο ουδέτερο

  1. κάτι που βρίσκεται στο κέντρο
  2. (γεωλογία) το σημείο της γήινης επιφάνειας που βρίσκεται ακριβώς από πάνω (σε κατακόρυφη διάταξη από το υπόκεντρο της σεισμικής εστίας
  3. (μεταφορικά) το κεντρικό, το βασικό σημείο μιας δραστηριότητας, ενέργειας, ενδιαφέροντος κ.λπ.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία