Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατακόρυφος < κατά + κορυφή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κατακόρυφος, -η, -ο

  1. που ακολουθεί τη διεύθυνση της βαρύτητας, που είναι κάθετος σε ένα οριζόντιο επίπεδο
  2. αυτός που έχει κατεύθυνση κάθετη προς το έδαφος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατακόρυφος θηλυκό

  • (γυμναστική άσκηση) τοποθέτηση του σώματος σε θέση κάθετη προς το επίπεδο και με τα πόδια προς τα πάνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία