Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάθετος < αρχαία ελληνική κάθετος (ενν. γραμμή) < αρχαία ελληνική καθίημι < ἵημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κάθετος -η/-ος -ο

  1. (γεωμετρία) χαρακτηρισμός ευθείας ή ευθύγραμμου τμήματος που σχηματίζει γωνία 90 μοιρών με άλλη ευθεία ή ευθύγραμμο τμήμα
  2. (μεταφορικά) απόλυτος στους ισχυρισμούς του ή στις απαιτήσεις του, κατηγορηματικός

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάθετος θηλυκό

  1. ο κάθετος δρόμος ή κάθετη οδός
    στην τρίτη κάθετο που θα συναντήσεις θα στρίψεις αριστερά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ο πους της καθέτου αποτελεί αρχή διά την γεωμετρίαν: ειρωνική έκφραση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ κάθετος τὸ κάθετον οἱ, αἱ κάθετοι τὰ κάθετα
Γενική τοῦ, τῆς καθέτου τοῦ καθέτου τῶν καθέτων τῶν καθέτων
Δοτική τῷ, τῇ καθέτῳ τῷ καθέτῳ τοῖς, ταῖς καθέτοις τοῖς καθέτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν κάθετον τὸ κάθετον τοὺς, τὰς καθέτους τὰ κάθετα
Κλητική κάθετε κάθετον κάθετοι κάθετα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική καθέτω
Γενική-Δοτική καθέτοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάθετος < καθίημι (=ρίχνω κάτω) < κατά + ἵημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κάθετος, -ος, -ον

  1. κάθετος, κατακόρυφος