Δείτε επίσης: απολυτός, απολύτως

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απόλυτος η απόλυτη το απόλυτο
      γενική του απόλυτου της απόλυτης του απόλυτου
    αιτιατική τον απόλυτο την απόλυτη το απόλυτο
     κλητική απόλυτε απόλυτη απόλυτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απόλυτοι οι απόλυτες τα απόλυτα
      γενική των απόλυτων των απόλυτων των απόλυτων
    αιτιατική τους απόλυτους τις απόλυτες τα απόλυτα
     κλητική απόλυτοι απόλυτες απόλυτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόλυτος < αρχαία ελληνική ἀπόλυτος < ἀπολύω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απόλυτος, -η, -ο

  1. που έχει μια ιδιότητα στον υπέρτατο βαθμό
    η απόλυτη ομορφιά
  2. που επιμένει πάρα πολύ στην άποψή του, ο βέβαιος, ο αμετάπειστος
  3. (γραμματική) που δεν συνδέεται συντακτικά με κάποιον από τους κύριους όρους μιας πρότασης
    η απόλυτη μετοχή των προσωπικών ρημάτων στα αρχαία ελληνικά τίθεται σε πτώση γενική

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία