Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική στατιστικός στατιστική στατιστικό
γενική στατιστικού στατιστικής στατιστικού
αιτιατική στατιστικό στατιστική στατιστικό
κλητική στατιστικέ στατιστική στατιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στατιστικοί στατιστικές στατιστικά
γενική στατιστικών στατιστικών στατιστικών
αιτιατική στατιστικούς στατιστικές στατιστικά
κλητική στατιστικοί στατιστικές στατιστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στατιστικός < γαλλική statistique < γερμανική Statistik < λατινική status < sto < πρωτοϊταλικά *staēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sth₂éh₁yeti < *steh₂- (ἵστημι)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στατιστικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στη στατιστική
    στατιστικά στοιχεία, στατιστική ανάλυση
  2. (ουσιαστικοποιημένο) στατιστική

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία