Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπέρβαση < αρχαία ελληνική ὑπέρβασις < ὑπερβαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπέρβαση θηλυκό

  1. η διάβαση πάνω από κάτι
  2. το ξεπέρασμα των καθορισμένων ή ανεκτών ορίων, παράβαση


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία