Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μεγαλύτερος μεγαλύτερη μεγαλύτερο
γενική μεγαλύτερου μεγαλύτερης μεγαλύτερου
αιτιατική μεγαλύτερο μεγαλύτερη μεγαλύτερο
κλητική μεγαλύτερε μεγαλύτερη μεγαλύτερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεγαλύτεροι μεγαλύτερες μεγαλύτερα
γενική μεγαλύτερων μεγαλύτερων μεγαλύτερων
αιτιατική μεγαλύτερους μεγαλύτερες μεγαλύτερα
κλητική μεγαλύτεροι μεγαλύτερες μεγαλύτερα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλύτερος < συγκριτικός βαθμός του επιθέτου μεγάλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεγαλύτερος

  • που είναι πιο μεγάλος από κάτι άλλο ή από τον εαυτό του σε σύγκριση με το παρελθόν
Πήρε μεγαλύτερο βαθμό
  • με το άρθρο γίνεται και υπερθετικός βαθμός
  • Πήρε τον μεγαλύτερο βαθμό στην τάξη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία