Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγγονή εγγονές
γενική εγγονής (εγγονών)
αιτιατική εγγονή εγγονές
κλητική εγγονή εγγονές
Η γεν. πληθ. ταυτίζεται με αυτήν του αρσεν. εγγονός

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγγονή < θηλυκό του εγγονός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγγονή θηλυκό και εγγόνα

  1. η κόρη του παιδιού κάποιου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία