Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γιος οι γιοι
      γενική του γιου των γιων
    αιτιατική τον γιο τους γιους
     κλητική γιε γιοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιος < μεσαιωνική ελληνική γιος < υιός < αρχαία ελληνική υἱός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γιος αρσενικό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΥπερώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία