Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο γιόκας
      γενική του γιόκα
    αιτιατική τον γιόκα
     κλητική γιόκα
Κατηγορία όπως «γαλαξίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιόκας < (υποκοριστικό)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γιόκας αρσενικό

  • τρυφερός χαρακτηρισμός για το αρσενικο παιδί (ή ειρωνικά για το κακομαθημένο αγόρι προς τον ένα ή και τους δύο γονείς του)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία