Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακομαθημένος < → λείπει η ετυμολογία

  ΜετοχήΕπεξεργασία

κακομαθημένος, -η, -ο

  1. που έχει ή τον έχουν κακομάθει
  2. αγενής, ανάγωγος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία