Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακομαθαίνω < κακο- + μαθαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κακομαθαίνω, πρτ.: κακομάθαινα, στ.μέλλ.: θα κακομάθω, αόρ.: κακόμαθα, μτχ.π.π.: κακομαθημένος

  1. (μεταβατικό) κάνω σε κάποιον όλα τα χατίρια, του παρέχω πλουσιοπάροχα όλα τα αγαθά χωρίς αυτός να χρειαστεί να κοπιάσει καθόλου για να τα αποκτήσει
  2. (αμετάβατο) συνηθίζω στο να τα έχω όλα χωρίς να χρειαστεί να κοπιάσω καθόλου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία