Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀναγωγός, ἀνάγωγος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανάγωγος ανάγωγη ανάγωγο
γενική ανάγωγου ανάγωγης ανάγωγου
αιτιατική ανάγωγο ανάγωγη ανάγωγο
κλητική ανάγωγε ανάγωγη ανάγωγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανάγωγοι ανάγωγες ανάγωγα
γενική ανάγωγων ανάγωγων ανάγωγων
αιτιατική ανάγωγους ανάγωγες ανάγωγα
κλητική ανάγωγοι ανάγωγες ανάγωγα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. ανάγωγος < αν- στερητικό + αγωγή, ελληνιστική κοινή ἀνάγωγος
  2. ανάγωγος < αναγωγή, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική irréductible

  Επίθετο 1Επεξεργασία

ανάγωγος -η -ο

  1. που δεν έχει λάβει σωστή αγωγή, αγενής, αναιδής


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Επίθετο 2Επεξεργασία

ανάγωγος -η -ο

  1. (μαθηματικά) (για κλάσματα) που δεν μπορεί να απλοποιηθεί περισσότερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία