Γερμανικά (de)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Sohn die Söhne
γενική des Sohnes
Sohns
der Söhne
δοτική dem Sohn
Sohne
den Söhnen
αιτιατική den Sohn die Söhne

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Sohn < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική sun / son < παλαιά άνω γερμανική sun [1] < πρωτογερμανική *sunu- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *suHnús [2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zoːn/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Sohn (de) αρσενικό

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Sohn στη γερμανική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «Sohn» - Duden online.
  2. «Sohn» - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).