Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελαμικά < ελαμικός < Ελάμ + -ικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ελαμικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • γλώσσα που μιλιόταν στην αρχαία Περσία, στη χώρα του Ελάμ

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία