Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μικρό ουδέτερο

  1. (ιδιωματικό) για ανθρώπους το όνομα κάποιου, το βαφτιστικό, το όνομα το οποίο αναγράφεται στην ταυτότητα ως «όνομα»
    ταυτόσημα: μικρό όνομα, (για χριστιανούς:) βαφτιστικό
  2. (γραμματική) το πεζό γράμμα
    αντώνυμα: κεφαλαίο
  3. (ιδιωματικό) το πολύ νεαρό παιδί ανθρώπου ή ζώου
  4. άλλη μορφή του μικρόν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

μικρό