Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μικρόν < μικρό / γαλλική micron

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μικρόν ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) μικρόμετρο (μονάδα μέτρησης)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία