Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πεζός η πεζή το πεζό
      γενική του πεζού της πεζής του πεζού
    αιτιατική τον πεζό την πεζή το πεζό
     κλητική πεζέ πεζή πεζό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πεζοί οι πεζές τα πεζά
      γενική των πεζών των πεζών των πεζών
    αιτιατική τους πεζούς τις πεζές τα πεζά
     κλητική πεζοί πεζές πεζά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεζός < αρχαία ελληνική πεζός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεζός αρσενικό

  1. που κινείται με τα πόδια, σε αντίθεση με τους εποχούμενους

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεζός

  1. που κινείται με τα πόδια
  2. (στη λογοτεχνία) που δεν είναι ποιητικός
  3. (για γράμματα) όχι κεφαλαίος
  4. (για στρατιωτική μονάδα) χερσαίος
  5. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεζός < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ped

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεζός

  1. που κινείται με τα πόδια
  2. (στη λογοτεχνία) που δεν είναι ποιητικός
    • (ειδικότερα) που δεν συνοδεύεται από μουσική ή δεν είναι μελωδικός
  3. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας
  4. που κινείται στην ξηρά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία