Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεζός < αρχαία ελληνική πεζός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεζός αρσενικό

  1. που κινείται με τα πόδια, σε αντίθεση με τους εποχούμενους

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεζός

  1. που κινείται με τα πόδια
  2. (στη λογοτεχνία) που δεν είναι ποιητικός
  3. (για γράμματα) όχι κεφαλαίος
  4. (για στρατιωτική μονάδα) χερσαίος
  5. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεζός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ped

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεζός

  1. που κινείται με τα πόδια
  2. (στη λογοτεχνία) που δεν είναι ποιητικός
    • (ειδικότερα) που δεν συνοδεύεται από μουσική ή δεν είναι μελωδικός
  3. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας
  4. που κινείται στην ξηρά
    • (κατ’ επέκταση) στρατιώτης που ανήκει σε σώμα στρατού το οποίο κινείται στην ξηρά
    • (για ζώα) χερσαίος

====  Συγγενικές λέξεις====λέξεων πεζον