Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πεζός η πεζή το πεζό
      γενική του πεζού της πεζής του πεζού
    αιτιατική τον πεζό την πεζή το πεζό
     κλητική πεζέ πεζή πεζό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πεζοί οι πεζές τα πεζά
      γενική των πεζών των πεζών των πεζών
    αιτιατική τους πεζούς τις πεζές τα πεζά
     κλητική πεζοί πεζές πεζά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
 
Πεζοί στον πεζόδρομο της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, στην Αθήνα.

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

πεζός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πεζός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /peˈzos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πε‐ζός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεζός, -ή, -ό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεζός αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη πεδίο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

πεζός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεζός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεζός, -ή, -ό

  1. (λογοτεχνία) που δεν είναι ποιητικός
    πεζός λόγος
    → δείτε και τις λέξεις πεζό και πεζογράφημα
  2. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας
  3. (γράμμα) όχι κεφαλαίος
     συνώνυμα: μικρός
  4. (στρατιωτικός όρος)χερσαίος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική πεζός πεζή τὸ πεζόν
      γενική τοῦ πεζοῦ τῆς πεζῆς τοῦ πεζοῦ
      δοτική τῷ πεζ τῇ πεζ τῷ πεζ
    αιτιατική τὸν πεζόν τὴν πεζήν τὸ πεζόν
     κλητική ! πεζέ πεζή πεζόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ πεζοί αἱ πεζαί τὰ πεζᾰ́
      γενική τῶν πεζῶν τῶν πεζῶν τῶν πεζῶν
      δοτική τοῖς πεζοῖς ταῖς πεζαῖς τοῖς πεζοῖς
    αιτιατική τοὺς πεζούς τὰς πεζᾱ́ς τὰ πεζᾰ́
     κλητική ! πεζοί πεζαί πεζᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πεζώ τὼ πεζᾱ́ τὼ πεζώ
      γεν-δοτ τοῖν πεζοῖν τοῖν πεζαῖν τοῖν πεζοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεζός, ήδη ομηρικό < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ped → δείτε και τη λέξη πούς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεζός, -ή, -όν, συγκριτικός: πεζότερος, υπερθετικός:  πεζότατος

  1. που κινείται με τα πόδια, όπως πεζός
  2. που κινείται στην ξηρά
    1. (κατʼ επέκταση) στρατιώτης που ανήκει σε σώμα στρατού το οποίο κινείται στην ξηρά
    2. (ζωολογία, για ζώα) χερσαίος
  3. (ελληνιστική σημασία)
    1. (λογοτεχνία) που δεν είναι ποιητικός
    • (ειδικότερα) που δεν συνοδεύεται από μουσική ή δεν είναι μελωδικός
  4. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • πεζῇ
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

→ και δείτε τη λέξη πεδίον

  ΠηγέςΕπεξεργασία