Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική πούς πόδε πόδες
Γενική ποδός ποδοῖν ποδῶν
Δοτική ποδί ποδοῖν ποσί(ν)
Αιτιατική πόδ πόδε πόδᾰς
Κλητική πούς πόδε πόδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πούς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pṓds < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ped- (περπατώ, βαδίζω).[1] Συγγενή: λατινική pes, αγγλοσαξονική fot, αγγλική foot

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πούς αρσενικό

  1. (ανατομία) πόδι, το μέρος του σώματος
  2. το κάτω μέρος του σώματος
  3. (γεωγραφία) οι πρόποδες βουνού
  4. η βάση
  5. (ναυπηγικός όρος) το κατώτατο άκρο του ιστίου (συνήθως πόδες, στον πληθυντικό)
  6. (ναυτικός όρος) το σχοινί με το οποίο χαλαρώνονται ή τεντώνονται τα ιστία, η σκότα
  7. (μετρική) μετρικός πόδας, ο μετρικός πους: σταθερό άθροισμα συλλαβών
  8. (μονάδα μέτρησης) μήκους (περίπου 0,30 μ.)
  9. (στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη πόδες αγώνας δρόμου, ταχύτητα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • παρ' ποδός : για δουλειές του ποδαριού
  • παρ' ποδί και ἐν ποσί και παρά πόδα: κοντά
  • παρά πόδα : σε μια στιγμή
  • ἐκ ποδῶν και ἐκποδών : μακριά
  • κατά πόδας: από κοντά, αλλά από πίσω, ακολουθώντας, όπισθεν
  • ἐπί πόδα: προχωρώντας προς τα πίσω
  • σύν πατρός ποδί: μαζί με τον πατέρα, με τη βοήθειά του
  • ἐφ' ἑνός ποδός: μόνος
  • ἀφ' ἡσύχου ποδός: ήσυχα, στις μύτες των ποδιών
  • παρ' ποδί νηός: δίπλα στο πηδάλιο του πλοίου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία