Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ποδ-
ονομαστική πούς οἱ πόδες
      γενική τοῦ ποδός τῶν ποδῶν
      δοτική τῷ ποδῐ́ τοῖς ποσῐ́(ν)
    αιτιατική τὸν πόδ τοὺς πόδᾰς
     κλητική ! πούς πόδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πόδε
γεν-δοτ τοῖν  ποδοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'πούς' όπως «πούς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πούς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pṓds < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ped- (περπατώ, βαδίζω).[1] Συγγενή: λατινική pes, αγγλοσαξονική fot, αγγλική foot

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πούς αρσενικό

  1. (ανατομία) πόδι, το μέρος του σώματος
  2. το κάτω μέρος του σώματος
  3. (γεωγραφία) οι πρόποδες βουνού
  4. η βάση
  5. (ναυπηγικός όρος) το κατώτατο άκρο του ιστίου (συνήθως πόδες, στον πληθυντικό)
  6. (ναυτικός όρος) το σχοινί με το οποίο χαλαρώνονται ή τεντώνονται τα ιστία, η σκότα
  7. (μετρική) μετρικός πόδας, ο μετρικός πους: σταθερό άθροισμα συλλαβών
  8. (μονάδα μέτρησης) μήκους (περίπου 0,30 μ.)
  9. (στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη πόδες αγώνας δρόμου, ταχύτητα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
-πους, ποδ- 


ΣύνθεταΕπεξεργασία

και

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία