Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδίζω < κατά πάσα πιθανότητα από την αρχαία ελληνική ποδίζω ή από τους πόδες στα πλοία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ποδίζω

  1. (ναυτικός όρος) βρίσκω προσωρινό καταφύγιο από την κακοκαιρία
  2. (ναυτικός όρος) απομακρύνομαι από την κατεύθυνση του ανέμου

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδίζω < πούς

  ΡήμαΕπεξεργασία

ποδίζω

  1. δένω τα πόδια
  2. που έχει πόδια (το παθητικό)
  3. πεποδισμένα ζώα (εκείνα που έχουν πόδια)
  4. συνθέτω με το ποιητικό μέτρο του ποδός
    τροχαϊκῶς ποδίζεσθαι
  5. ίσως σημαίνει και το χορεύω