Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χορεύω < αρχαία ελληνική χορεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

χορεύω

  1. κινούμαι με ρυθμό, με ή χωρίς μουσική
  2. τυραννάω κάποιον ή κάποιαν, τον "στρώνω", τον εκδικούμαι, τον τσιτσιρίζω, τον βασανίζω
    Θα τον χορέψω στο ταψί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χορεύω < χορός + -εύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

χορεύω

  1. μετέχω σε χορό, είμαι χορευτής
  2. χοροπηδώ
  3. διασκεδάζω, γιορτάζω, πανηγυρίζω


  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία