Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρίσκω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική εὑρίσκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βρίσκω, πρτ.: έβρισκα, στ.μέλλ.: θα βρω, αόρ.: βρήκα και ηύρα, παθ.φωνή: βρίσκομαι

  1. τελειώνω επιτυχώς μία αναζήτηση
    θα βρεις τις πληροφορίες που ζητάς στο διαδίκτυο
  2. εντοπίζω κάτι ή κάποιον σε μια κατάσταση
    Γύρισα και τον βρήκα κολλημένο στον υπολογιστή!
  3. νομίζω ότι κάτι ή κάποιος έχει μια ιδιότητα
    σε βρίσκω κάπως αλλαγμένη τώρα τελευταία (νομίζω ότι είσαι κάπως αλλαγμένη)
    Πώς τα βρίσκεις τα καινούρια συνολάκια; (Ποια είναι η γνώμη σου γι' αυτά;)
  4. λόγω έκτασης ή προέκτασης εμποδίζομαι κατά την κίνησή μου από κάτι ή ακουμπώ κάτι όταν κινούμαι
    είναι τόσο ψηλός που βρίσκει στο ταβάνι
    θέλει σήκωμα το παραθυρόφυλλο γιατί βρίσκει στο κούφωμα, στο κάτω μέρος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. τα βρίσκω (με κάποιον): συμφωνώ (με κάποιον)
  2. τη βρίσκω: ευχαριστιέμαι κάνοντας κάτι
    Κάποιοι τη βρίσκουν με τους υπολογιστές και κάποιοι με το ψάρεμα.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία