Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ποδήρης η ποδήρης το ποδήρες
      γενική του ποδήρους της ποδήρους του ποδήρους
    αιτιατική τον ποδήρη την ποδήρη το ποδήρες
     κλητική ποδήρη(ς) ποδήρης ποδήρες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ποδήρεις οι ποδήρεις τα ποδήρη
      γενική των ποδήρων των ποδήρων των ποδήρων
    αιτιατική τους ποδήρεις τις ποδήρεις τα ποδήρη
     κλητική ποδήρεις ποδήρεις ποδήρη
Κατηγορία όπως «πλήρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδήρης < αρχαία ελληνική ποδήρης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ποδήρης, -ης, -ες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ποδήρης ποδήρης ποδήρες ποδήρεις ποδήρεις ποδήρη
Γενική ποδήρους ποδήρους ποδήρους ποδήρων ποδήρων ποδήρων
Δοτική ποδήρει ποδήρει ποδήρει ποδήρεσι(ν) ποδήρεσι(ν) ποδήρεσι(ν)
Αιτιατική ποδήρη ποδήρη ποδήρες ποδήρεις ποδήρεις ποδήρη
Κλητική ποδήρες ποδήρες ποδήρες ποδήρεις ποδήρεις ποδήρη
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ποδήρει ποδήρει
Γενική-Δοτική ποδήροιν ποδήροιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδήρης < πούς + ἀραρίσκω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ποδήρης, -ης, -ες

  1. (για ρούχο) μακρύς μέχρι τον αστράγαλο (πέπλο, χιτώνας, μανδύας)
  2. για κάθε τι που φτάνει μέχρι τα πόδια
    ποδήρης ἀσπίς (μεγάλη, που καλύπτει όλο το σώμα)
  3. (για πλοία) με κουπιά
    ναῦς ποδήρης
  4. σταθερός, γερός, με βάση
    στῦλος ποδήρης