Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἀσπίς ἀσπίδε ἀσπίδες
Γενική ἀσπίδος ἀσπίδοιν ἀσπίδων
Δοτική ἀσπίδι ἀσπίδοιν ἀσπίσι(ν)
Αιτιατική ἀσπίδα ἀσπίδε ἀσπίδας
Κλητική ἀσπίς ἀσπίδε ἀσπίδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀσπίς < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀσπίς, -ίδος θηλυκό

  1. ασπίδα
  2. φαρμακερό φίδι
    Ηρόδοτος 191

  ΠηγέςΕπεξεργασία