Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αστράγαλος οι αστράγαλοι
      γενική του αστραγάλου
& αστράγαλου
των αστραγάλων
    αιτιατική τον αστράγαλο τους αστραγάλους
& αστράγαλους
     κλητική αστράγαλε αστράγαλοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστράγαλος < αρχαία ελληνική ἀστράγαλος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈstɾa.ɣa.lɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αστράγαλος αρσενικό

  1. μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα
  2. (πληθυντικός) παλιό παιχνίδι που παιζόταν με τα κότσια των ζώων
  3. (βοτανική): θάμνος που ανήκει στο ταξινομικό γένος Astragalus, που ανήκει στη κατηγορία των βοτάνων
    το βότανο αστράγαλος είναι περισσότερο γνωστός με τα ονόματα τετραγκαθιά ή τετράγκαθο
  4. συμπλήρωμα διατροφής βασισμένο στον αστράγαλο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία