Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ταρσός οι ταρσοί
      γενική του ταρσού των ταρσών
    αιτιατική τον ταρσό τους ταρσούς
     κλητική ταρσέ ταρσοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταρσός < αρχαία ελληνική ταρσός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταρσός αρσενικό

  1. (ανατομία) ο σκελετός του πίσω άκρου ποδιού, που αποτελείται από επτά μικρά οστά σε τρεις σειρές
  2. (ανατομία) το ινώδες πέταλο των βλεφάρων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία