Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πλέγμα τα πλέγματα
      γενική του πλέγματος των πλεγμάτων
    αιτιατική το πλέγμα τα πλέγματα
     κλητική πλέγμα πλέγματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλέγμα < αρχαία ελληνική πλέγμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλέγμα ουδέτερο

  1. οποιοδήποτε δίκτυο (πάσης φύσης) οποιουδήποτε αριθμού διαστάσεων κυριολεκτικά ή μεταφορικά
  2. (φυσική) το (αιθερικό) πεδίο των θεμελιωδών δυνάμεων (θεμελιώδης αλληλεπίδραση ή Θεμελιώδεις Δυνάμεις: η βαρυτική, η ηλεκτρομαγνητική, η ισχυρή και η ασθενής αλληλεπίδραση) που πρώτος περιέγραψε αναλυτικά ο νομπελίστας Frank Wilczek

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλέγμα < πλέκω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλέγμα ουδέτερο

  1. πλέγμα, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλέκω