Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δίκτυο τα δίκτυα
      γενική του δικτύου των δικτύων
    αιτιατική το δίκτυο τα δίκτυα
     κλητική δίκτυο δίκτυα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίκτυο < αρχαία ελληνική δίκτυον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δίκτυο ουδέτερο

  1. πλέγμα νημάτινο ή συρμάτινο προοριζόμενο για θήρα ζώων, ή αλιεία (κοινώς δίχτυ)
  2. σύμπλεγμα με πολλαπλές διασταυρώσεις
    οδικό δίκτυο
  3. σύμπλεγμα με πολλαπλές διακλαδώσεις
    σιδηροδρομικό 'δίκτυο, δίκτυο ηλεκτροδότησης, ή ηλεκτρικών γραμμών, δίκτυο επικοινωνιών ή τηλεφωνικών γραμμών
  4. σύμπλεγμα σωληνώσεων ειδικού σκοπού εγκαταστάσεων
    πυροσβεστικό δίκτυο, δίκτυο φόρτωσης, δίκτυο εξαερισμού κ.λπ.
  5. οργάνωση προσώπων και μέσων επί ειδικού σκοπού
    δίκτυο αντιπροσώπων, δίκτυο ανταποκριτών, δίκτυο κατασκόπων κ.λπ.
  6. ένα σύνολο αντικειμένων (π.χ. τηλεφώνων, υπολογιστών) ή ανθρώπων που συνδέονται με έναν σύνθετο τρόπο μεταξύ τους, για να εξυπηρετήσουν κάποιο σκοπό.
  7. (πληροφορική) είναι το δίκτυο υπολογιστών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία