Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανδύας < αρχαία ελληνική μανδύας ή μανδύα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μανδύας αρσενικό

  1. αρχαίο ένδυμα από χοντρό ύφασμα χωρίς μανίκια, που καλύπτει την πλάτη και μπορεί να τυλίξει όλο τον κορμό, ενώ συγκρατείται μπροστά με μία πόρπη
  2. αρχιερατικό άμφιο στην ορθόδοξη εκκλησία
  3. (γεωλογία) το στρώμα μεταξύ του εξωτερικού πυρήνα της Γης και του φλοιού
  4. πρόσθετο προστατευτικό δομικό στρώμα σε κατασκευές
    Ενισχύσεις τοίχων με μανδύα σκυροδέματος
  5. πλαστική επιφάνεια γύρω από καλώδιο
    μανδύας καλωδίου
  6. (μεταφορικά) αυτό που αποκρύπτει μια αρνητική κατάσταση
    οικολογική καταστροφή με μαδύα νομιμότητας

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία