Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εξωτερικός εξωτερική εξωτερικό
γενική εξωτερικού εξωτερικής εξωτερικού
αιτιατική εξωτερικό εξωτερική εξωτερικό
κλητική εξωτερικέ εξωτερική εξωτερικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξωτερικοί εξωτερικές εξωτερικά
γενική εξωτερικών εξωτερικών εξωτερικών
αιτιατική εξωτερικούς εξωτερικές εξωτερικά
κλητική εξωτερικοί εξωτερικές εξωτερικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξωτερικός < αρχαία ελληνική ἐξωτερικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ksɔ.tɛ.ɾi.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξωτερικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με το μέρος μιας επιφάνειας που είναι στραμμένο προς τα έξω
    οι εξωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είναι βαμμένοι με γαλάζιο χρώμα
  2. που βρίσκεται έξω από ένα συγκεκριμένο χώρο ή όριο ή οργανωμένο σύνολο
    το σπίτι αυτό έχει μια μικρή εσωτερική αυλή και μια μεγαλύτερη εξωτερική
    δουλεύει για την εταιρεία Χ ως εξωτερικός συνεργάτης
    • υπαίθριος
      το πλεονέκτημα αυτού του σπιτιού είναι οι μεγάλοι εξωτερικοί χώροι
    • που σχετίζεται με άλλες χώρες
      η εξωτερική πολιτική του κράτους

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  1. εξωτερικός ασθενής
  2. εξωτερική γωνία: (μαθηματικά) η γωνία τριγώνου που σχηματίζεται από μία πλευρά του και την προέκταση μίας άλλης και είναι συνεπώς παραπληρωματική ως προς την αντίστοιχη εσωτερική γωνία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία