Arrows blue.png Δείτε επίσης : χόντρος, χονδρός

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική χοντρός χοντρή χοντρό
γενική χοντρού χοντρής χοντρού
αιτιατική χοντρό χοντρή χοντρό
κλητική χοντρέ χοντρή χοντρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χοντροί χοντρές χοντρά
γενική χοντρών χοντρών χοντρών
αιτιατική χοντρούς χοντρές χοντρά
κλητική χοντροί χοντρές χοντρά

  Ετυμολογία

χοντρός < αρχαία ελληνική χονδρός (που δεν αλέστηκε πλήρως, είναι ογκώδης, χοντροκομμένος, χονδροειδής) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrendʰ- (θρυμματίζω, κόβω)

  Προφορά

ΔΦΑ : /xɔn.ˈdɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xɔn.ˈdɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xɔn.ˈdɾɔ/ ουδέτερο

  Επίθετο

χοντρός , -ή , -ό

  1. (για άνθρωπο) που έχει μεγάλο βάρος σε σχέση με το ύψος του, παχύς
  2. (για αντικείμενα) που έχει μεγάλη διάμετρο
    ένα χοντρό κλαδί
  3. (μεταφορικά) σοβαρός ως προς τις συνέπειές του
    χοντρή παρεξήγηση
  4. άγαρμπος, χωρίς καλλιέργεια και διακριτικότητα
    χοντρό αστείο

Εναλλακτικές μορφές

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

  Μεταφράσεις