Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χοντροκομμένος < χοντρο- + κομμένος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

χοντροκομμένος, -η, -ο

  1. που έχει κοπεί σε χοντρά κομμάτια
     αντώνυμα: ψιλοκομμένος
  2. που έχει φτιαχτεί χωρίς πολύ γούστο και χωρίς προσοχή στη λεπτομέρεια
    εμένα πάντως αυτό το γλυπτό μου φαίνεται κάπως χοντροκομμένο
  3. (για χαρακτήρες ή ενέργειες) χωρίς λεπτότητα ή διακριτικότητα, άξεστος
    συνήθιζε να κάνει χοντροκομμένα αστεία, με τα οποία γελούσε μόνο αυτός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία