Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σοβαρός σοβαρή σοβαρό
γενική σοβαρού σοβαρής σοβαρού
αιτιατική σοβαρό σοβαρή σοβαρό
κλητική σοβαρέ σοβαρή σοβαρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σοβαροί σοβαρές σοβαρά
γενική σοβαρών σοβαρών σοβαρών
αιτιατική σοβαρούς σοβαρές σοβαρά
κλητική σοβαροί σοβαρές σοβαρά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σοβαρός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σοβαρός, -ή, -ό

  1. σπουδαίος, σημαντικός, που έχει κύρος ή που έχει σημαντικές συνέπειες
    το ζήτημα των συνταξιούχων είναι σοβαρό θέμα, πρέπει να το έχουμε υπόψη
    η συγκεκριμένη μορφή του καρκίνου είναι η πιο σοβαρή
  2. προσεκτικός, όχι επιφανειακός
    μια σοβαρή εξέταση του φαινομένου δείχνει ότι...
  3. χωρίς αστεία, χωρίς να αστειεύεται
    ο τόνος της συζήτησης έγινε πιο σοβαρός
    δεν ξέρω τι έχει ο φίλος μου σήμερα και όλο χαχανίζει... συνήθως είναι πιο σοβαρός τύπος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία